ΕΚΔΗΛΩΣΗ: για τους αγώνες γύρω από τα ΜΜΜ – ηχογράφηση

Από την εκδήλωση-συζήτηση
για τους αγώνες γύρω από τα ΜΜΜ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη
που διοργανώθηκε από τη Συνέλευση για την ΚΥκλοφορία των Αγώνων
την ΠΑ 10.02 στις 19.00 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα:

ηχογράφηση #

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ | ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΘΑ ΤΗ ΒΡΟΥΜΕ ΜΑΖΙ

Σπάνια είμαστε αυτοί που ορίζουμε πού ή πώς θα μένουμε και θα κινούμαστε στις πόλεις. Η δομή των σύγχρονων πόλεων αποτελεί μορφή και περιεχόμενο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Με τον όρο κοινωνικός ανταγωνισμός εννοούμε τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην κατακτητική κίνηση του κεφαλαίου προς την περίφραξη και εμπορευματοποίηση των πάντων και τις αρνήσεις και καταφάσεις όσων φωναχτά ή σιωπηλά, συλλογικά ή μοριακά τη θέτουμε υπό αμφισβήτηση προσπαθώντας να ζήσουμε αλλιώς. Η χωροταξία των πόλεων, ουσιαστικά, καθορίζει και οργανώνει μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς μας με σκοπό την ομαλή ανταλλαγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δηλαδή προϊόντων, υπηρεσιών, εργασιακής δύναμης, χρήματος.

Αν ανοίξουμε τον αστικό χάρτη της Θεσσαλονίκης, θα δούμε τόπους εργασίας και κτίρια υπηρεσιών στο κέντρο, εργοστάσια στη Σίνδο, εργατικές συνοικίες και υποβαθμισμένες γειτονιές στα δυτικά, εύπορες περιοχές με υψηλά εισοδήματα και μονοκατοικίες μακριά από το κέντρο, χώρους διασκέδασης σε μέρη που αναπλάθει το κεφάλαιο, πχ. Βαλαωρίτου, όπως επίσης χώρους που εγκαταλείπονται ή ερημώνονται από το κεφάλαιο.

Η συγκεκριμένη δομή είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού ανταγωνισμού όπως αποτυπώνεται στην πόλη. Παρατηρούμε ότι συγκροτείται από διαχωρισμένες σφαίρες για τα διαφορετικά κομμάτια της κοινωνικής μας ζωής, οι οποίες ακόμα κι αν δεν είναι ξεκάθαρα διαχωρισμένες χωρικά, είναι σαφές ότι δεν ορίζονται και δεν λειτουργούν με βάση τις δικές μας επιθυμίες ή ανάγκες. Η συνθήκη αυτή μεταφράζεται στη καθημερινότητα μας σε ένα συνεχές μοίρασμα χρόνου ανάμεσα στους χώρους που μένουμε, δουλεύουμε, σπουδάζουμε και καταναλώνουμε. Καθώς η αναδιάρθρωση προχωρά, μας τίθεται μία μόνο επιλογή: όλο και περισσότερη μετακίνηση και επιτάχυνση.

Όταν η επιτάχυνση γίνεται επιταγή, η μετακίνηση καθίσταται κεντρικής σημασίας για μία πόλη. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι πόλεις είναι λειτουργικές για το κεφάλαιο μόνο όταν υπάρχουν οργανωμένες μαζικές μεταφορές, που μεταφέρουν γρήγορα ανθρώπους και εμπορεύματα στη δουλειά ή στους χώρους κατανάλωσης. Δεν χρησιμοποιούμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς γιατί έτσι μας αρέσει, αλλά γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μετακινούμαστε στην πόλη, όπως είναι οργανωμένη.

Στο τέλος κάθε ημέρας, ο χρόνος που περνάμε στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι πολύς και είναι σίγουρα χαμένος χρόνος από τη ζωή μας. Στις σημερινές συνθήκες, όπου η διαρκής μείωση των μισθών σημαίνει ολοένα και περισσότερο χρόνο εργασίας, έχουμε ολοένα και λιγότερο χρόνο για μας. Γι’ αυτό, το κόστος μεταφοράς μας δε θα έπρεπε να βαραίνει εμάς αλλά όσους συμφέρει να μετακινούμαστε γρήγορα από το ένα μέρος στο άλλο, δηλαδή το αφεντικό στη δουλειά μας και γενικότερα τις επιχειρήσεις, τους δήμους και το κράτος.

Continue reading

ΣΑ 03.12 19:00 | παρουσίαση – συζήτηση

Αναζητώντας τρόπους οι αρνήσεις μας στο πεδίο των μεταφορών να γίνουν πιο αποτελεσματικές ανατρέξαμε στην πρόσφατη ιστορία των αγώνων στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Κομμάτι αυτής είναι ο αγώνας για τα ΜΜΜ στην Αθήνα το 2010. Μελετώντας εκείνον αλλά και άλλους αγώνες που δόθηκαν στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής (π.χ. υγεία, ρεύμα, σίτιση κ.α.), διαπιστώνουμε ότι μια σειρά ζητήματα μπορεί να είναι καθοριστικά για την τελική έκβαση:

  • το περιεχόμενο του αγώνα και ο τρόπος διατύπωσης των ερωτημάτων κατά την εξέλιξή του
  • η ταξική σύνθεση της κοινότητας αγώνα και αν το εκάστοτε επίδικο βρίσκεται σε αντιστοιχία με αυτήν
  • το αν αγωνιζόμαστε σε πρώτο πρόσωπο ή ως εξωτερικοί αλληλέγγυοι/ες
  • ο βαθμός σύνδεσης χρηστών και εργαζομένων στις διάφορες υπηρεσίες
  • η σχέση «πολιτικού» και «κοινωνικού»
  • οι αντιφάσεις των διαφόρων συμμετεχόντων και το κατά πόσο είμαστε σε θέση να πράξουμε πρακτικά αυτό το οποίο καλούμε και άλλους/ες να υιοθετήσουν ως στάση και πρακτική
  • το κατά πόσο αναγνωρίζουμε και θέτουμε σε κριτική την υποκειμενικότητά μας ως δύναμη και όριο μέσα στην εξέλιξη του αγώνα
  • το αν διερευνούμε τις δυνατότητες μιας κίνησης (αυτό)αμφισβήτησης των συντεχνιακών και ταυτοτικών διαχωρισμών
  • το κατά πόσο καταφέρνουμε στη βάση αυτής της αμφισβήτησης να απαντήσουμε στις διαιρετικές κινήσεις της εξουσίας με την εμβάθυνση του περιεχομένου και τη διεύρυνση της κοινότητας των αγωνιζόμενων.

Θέματα σαν αυτά διατρέχουν τις πρακτικές μας και συντίθενται σε μοτίβα παρόμοια σε αγώνες φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους. Αλλού πυκνώνουν σε στιγμές δύναμης, αλλού υποσκάπτουν την κίνηση μας. Μιλώντας για τους αγώνες που εδώ και τώρα πράττουμε για να απαντήσουμε στα όσα καθημερινά βιώνουμε αλλά και γι’ αυτούς που σχεδιάζουμε για το μέλλον, βλέπουμε τις στιγμές (ανα)στοχασμού πάνω στην κίνησή μας, ως στιγμές πλούτου και συλλογικής ενδυνάμωσης ώστε να κάνουμε ακόμη καλύτερα αυτό που ήδη κάνουμε.

Το Σάββατο 3/12 στις 19.00 στη Φάμπρικα Υφανέτ θα παρουσιαστεί η μπροσούρα που καταγράφει τη συζήτηση για τον αγώνα των ΜΜΜ στην Αθήνα και θα ανοίξει μία συζήτηση πάνω σε όλα τα παραπάνω.

Μπι δέαρ

%ce%b1%cf%86%ce%b9%cf%83%ce%b1_%ce%b5%ce%ba%ce%b42

ό,τι έχω μέσα μου για σένα θα το σβήσω

Έχεις ξεχάσει που ακριβώς θέλεις να πας*

Περπατά στους δρόμους μιας πόλης μεγάλης, πιο μεγάλης από όσο μπορούν να περπατήσουν τα πόδια της και μένει όπου μπορεί – εκεί που τα νοίκια είναι χαμηλά – και δουλεύει μακριά ή στο κέντρο – εκεί που βρίσκονται οι δουλειές – και βγαίνει να δει τους φίλους της (όταν παίζουν λεφτά) – εκεί που είναι τα μπαρ και όταν νυχτώνει ξαναπερπατά και σκέφτεται.

ταξιδιάρα ψυχή

Δεν ορίσαμε ποτέ εμείς πού ή πώς θα μένουμε στις πόλεις κι όμως κάθε μέρα περπατάμε, τρέχουμε, παίρνουμε λεωφορεία απ’ το πρωί ως το βράδυ για να προλάβουμε. Τα μέρη που μένουμε, δουλεύουμε, καταναλώνουμε είναι σαφώς διαχωρισμένα γιατί αυτό εξυπηρετεί οικονομικά την μαζική συνύπαρξη μας στην πόλη. Κι ενώ καθόλου και ποτέ δεν το επιλέξαμε, παίρνουμε κάθε πρωί ή βράδυ το λεωφορείο για να πάμε στη δουλειά, όπου και να είναι, και προσθέτουμε σ’ αυτό το 4ωρο, 6ωρο, 8ωρο κι όλο τον χρόνο μεταφοράς μας από και προς τη δουλειά. Τον οποίο μάλιστα πρέπει επιπλέον να πληρώσουμε. Ακόμα κι αν δεν είναι για τη δουλειά, όμως, το σίγουρο είναι ότι δεν μπαίνουμε στα λεωφορεία για βόλτα ή για ευχαρίστηση αλλά γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μετακινηθείς σ’ αυτή την πόλη όπως είναι οργανωμένη. Όχι δεν γίνεται με τα πόδια – εκτός αν δεν θες να κάνεις τίποτα άλλο μέσα στη μέρα πέρα από το να μετακινείσαι.

Δεν έχουμε, συνεπώς, κανένα λόγο να αναλάβουμε εμείς το κόστος μεταφοράς μας και να πληρώνουμε για το χρόνο που χάνουμε. Το κόστος θα έπρεπε να αναλάβουν απο κοινού όλοι όσοι τους συμφέρει να μετακινούμαστε γρήγορα από το ένα μέρος στο άλλο: το αφεντικό στη δουλειά, οι επιχειρήσεις, ο δήμος, το κράτος.

όσα και αν έχω δανεικά πια δε σου δίνω

Στη διαμάχη μεταξύ κράτους και ΟΑΣΘ δεν χρειάζεται να πάρουμε θέση γιατί δεν υπάρχει κανένας σύμμαχος. Στην πραγματικότητα, καθώς η διαμάχη συνεχίζεται, η λύση η οποία θα βρεθεί και θα συμφέρει και τις δύο πλευρές είναι να πληρώσουμε εμείς τις διαφορές τους, το κράτος για να μειώσει τη χρηματοδότηση και ο ΟΑΣΘ για να συνεχίσει να εξασφαλίζει τα κέρδη του. Και γι αυτό, αναμένεται στο άμεσο μέλλον να προσπαθήσουν να μας επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο με το κόστος των μεταφορών, δηλαδή θα προσπαθήσουν να μειώσουν τα δρομολόγια και να αυξήσουν τα εισιτήρια (και θα προσπαθήσουν τόσο περισσότερο όσο λιγότερο αντιστεκόμαστε).

Στους εργαζόμενους του ΟΑΣΘ από την άλλη, δεν μπορούμε και δεν θα μπορούμε να δείξουμε αλληλεγγύη, όσο αρνούνται να καταλάβουν γιατί δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να πληρώσουμε εισιτήριο, όσο λειτουργώντας συντεχνιακά νοιάζονται μονάχα για τα δικά τους συμφέροντα και δεν κάνουν καμία αναφορά στα δικά μας.

είναι μονόδρομος ο δρόμος που ’χεις πάρει

Τα τελευταία χρόνια ερχόμαστε ολοένα και πιο συχνά αντιμέτωπες με αυξήσεις τιμών και μείωση παροχών. Από την εποχή που ο βασικός μισθός ήταν 700 ευρώ και το εισιτήριο 50 λεπτά για 4 μετεπιβιβάσεις, σήμερα μετακινούμαστε με 1 ευρώ για μονή διαδρομή και αναζητάμε δουλειά που βασικά θα μας δίνει με το ζόρι 480 ευρώ.

Εκτός από το εισιτήριο έχουμε να αντιμετωπίσουμε παράλληλα και την τρομοκρατία των ελεγκτών φερόμενων και ως “ομάδων υποστήριξης επιβατών”, τις φοβικές ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, τη μείωση των δρομολογίων και των ωραρίων, τα χαλασμένα, γεμάτα κόσμο λεωφορεία.

Κάποιες φορές πετυχαίνουμε, όμως, και μικρές νίκες. Μετά από μια σειρά αγώνων και παρεμβάσεων στα γραφεία του ΟΑΣΘ, οι άνεργοι μπορούν πλέον να διαγράφουν τα πρόστιμά τους. Η νίκη αυτή είναι σημαντική γιατί μας δίνει ώθηση να συνεχίζουμε τους αγώνες μας και να διαγράφουμε τα πρόστιμα όλων όσων το έχουμε ανάγκη είτε είμαστε φοιτήτριες, μαθητές, χαμηλόμισθες, άνεργες ή εργαζόμενες.

καιρός να δούμε την δικιά μας ζωή

Εμείς που ανεβαίνουμε και κατεβαίνουμε όλη μέρα από τα λεωφορεία για να πάμε στη δουλειά, για να ψάξουμε δουλειά, για να πάμε στη σχολή, στο σχολείο, στις υποχρεώσεις, εμείς που αν δεν φοβόμαστε και ανεβαίνουμε έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη ρατσιστική και σεξιστική συμπεριφορά των ελεγκτών που μας κυνηγάνε έξω απ’ τα παράθυρα, εμείς που συνήθως ψάχνουμε να βρούμε χρόνο για να κατεβούμε και να πάμε βόλτα,

εμείς ανασαίνουμε στις στιγμές που δε χτυπάμε εισιτήριο ή αν φοβηθούμε και χτυπήσουμε, σε εκείνες που χαρίζουμε κατεβαίνοντας το εισιτήριο μας σε κάποιον που ανεβαίνει, ανασαίνουμε κάθε φορά που κάποια μπλοκάρει ένα ακυρωτικό και στις φορές που κάποιες υψώνουν τον αντίλογο ως αλληλεγγύη σε κάποιον που δε χτύπησε εισιτήριο ή πετούν τον ελεγκτή έξω απ’ το λεωφορείο, στις φορές που βλέπουμε έναν ελεγκτή και φωνάζουμε για να προλάβουν να κατεβούν όσοι θέλουν, κι ακόμα όταν μαζευόμαστε και σβήνουμε όλες μαζί το πρόστιμο που κάποια από εμάς δεν κατάφερε να αποφύγει.

*οι τίτλοι-στίχοι χρησιμοποιούνται επειδή μας ταίριαξαν / ουδεμία σχέση έχουμε με την τέχνη–εμπόρευμα

ό,τι έχω μέσα μου για σένα θα το σβήσω

ΔΕΝ ΚΟΒΟΥΜΕ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ – ΣΒΗΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ

keimeno_γενικό

μια μικρή νίκη απέναντι στο φόβο

Στις 9 Μαΐου μία απολυμένη εργαζόμενη επέστρεψε στη θέση εργασίας της στη λέσχη του ΑΠΘ. Σ’αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε το πώς τα καταφέραμε και τι μάθαμε από τον αγώνα για την επαναπρόσληψή της.

Στις αρχές Ιανουαρίου, όταν ανανεώθηκαν οι συμβάσεις των υπόλοιπων εργαζομένων της λέσχης,  7 άτομα  κλήθηκαν για να τους ανακοινωθεί η απόλυσή τους. Οι δικαιολογίες που δόθηκαν διαφορετικές για τον καθένα και την καθεμία, μαζί με διαφορετικές υποσχέσεις για επαναπρόσληψη σε «σύντομο χρονικό διάστημα». Πέρασαν αρκετοί μήνες αναμονής αλλά γινόταν όλο και πιο φανερό ότι ούτε το πανεπιστήμιο ούτε η εταιρεία σκόπευε να κάνει το οτιδήποτε για να επιστρέψουν οι απολυμένοι/-ες στη θέση τους.

Εκεί κάπου συναντηθήκαμε. Εργαζομένες που ήθελαν να διεκδικήσουν την επαναπρόσληψή τους και κάποιοι/κάποιες που τρώνε στη λέσχη (φοιτήτριες, άνεργοι, επισφαλείς). Γνωριζόμασταν από παλιά, μέσα από τις βιαστικές κουβέντες στις διανομές και από αγώνες για να διεκδικήσουμε μισθούς που καθυστερούσαν και συμβάσεις που δεν ανανεώνονταν.

Μέσα από συζητήσεις που κάναμε, αποφασίσαμε να κάνουμε μια δυναμική παρέμβαση για το ζήτημα στα γραφεία της λέσχης. Επιδιώξαμε να συναντηθούμε ταυτόχρονα με εκπροσώπους της εταιρείας, του ΑΠΘ και του ΔΣ της λέσχης και να θέσουμε όλα αυτά για τα οποία είναι συνυπεύθυνοι: περικοπές προσωπικού, μειώσεις μισθών, εντατικοποίηση-μεγαλύτερο φόρτο εργασίας, αυστηρή επιτήρηση, συμβάσεις που διαρκούν μόνο μερικούς μήνες, υπερωρίες, αυστηρός έλεγχος στην είσοδο που έρχεται να αποκλείσει τον κόσμο που περισσεύεις, ουρές, τσακωμοί για την δεύτερη μερίδα είναι λίγα από όλα αυτά που συνθέτουν ολόκληρο το παζλ της λέσχης.

Μετά από πολλές προσπάθειες παραπληροφόρησης, αναβολής και υπεκφυγής, στο τέλος της παρέμβασης μας ανακοίνωσαν ότι θα ξανακοιτάξουν το ζήτημα και τη δεύτερη μέρα δεσμεύτηκαν ότι θα ικανοποιηθεί. Βέβαια επειδή γνωρίζουμε ότι χωρίς την παρουσία και τη συντροφική υποστήριξη τα λόγια αυτά μπορούν κάλλιστα να γίνουν λόγια του αέρα αποφασίσαμε και στην υπογραφή της σύμβασης να είμαστε πάλι όλες μαζί. Και τώρα που η σύμβαση έχει υπογραφεί συνεχίζουμε να βρισκόμαστε, να μιλάμε, να ετοιμαζόμαστε για τους αγώνες που θα έρθουν (ας πούμε, για πλήρες ωράριο).

ΛΕΣΧΗ
ένας χώρος αγώνα
που κρατάει χρόνια

Μέσα σε μία συνθήκη που είναι δύσκολο να βρεις δουλειά, βρίσκεις για λίγο ή τη χάνεις εύκολα, ενώ μετράμε ανάσες και ψάχνουμε τρόπους να μπορέσουμε να τη βγάλουμε, υπάρχουν σημεία που δείχνουν ότι μπορούμε να γίνουμε δυνατές. Είναι φυσικό επακόλουθο ότι όσο η κρίση βαθαίνει και η καθημερινότητά μας γίνεται πιο δύσκολη αυξάνεται και η ένταση της επιτήρησης. Θέλουν να μοιράζουμε δίσκους και να καθαρίζουμε ταψιά και όχι να μιλάμε με τους συναδέλφους μας, να ενδιαφερόμαστε ο ένας για την άλλη. Θέλουν περισσότερες ώρες στη δουλειά (όταν μας παίρνουν για δουλειά) γιατί τα αφεντικά «δε βγαίνουν» και έτσι δεν υπάρχει χρόνος να βρεθούμε με άλλον κόσμο να συζητήσουμε πόσο πολύ δεν την παλεύουμε.

Αν αυτός ο αγώνας φάνηκε εύκολος δεν ήταν γιατί μας βοήθησαν κόμματα-παρατάξεις και εργατοπατέρες, αλλά οι πραγματικές σχέσεις που χτίστηκαν όλο αυτό τον καιρό και μέσα σε προηγούμενους αγώνες.  Η διοίκηση της λέσχης όσο και να βγάζει ανακοινώσεις κατά καιρούς για άγνωστους που έρχονται και εμποδίζουν την «ομαλή» λειτουργία της λέσχης, μας ξέρει καλά. Ξέρει ότι τρώμε και δουλεύουμε στη λέσχη εδώ και χρόνια, και ότι όταν βασιζόμαστε στις μεταξύ μας σχέσεις μπορούμε να καταφέρουμε περισσότερα.

Δε μιλάμε για μαγικές συνταγές αλλά για τα μόνα μέσα που έχουμε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Πέρα από τους διαχωρισμούς που μας επιβάλλονται, εργαζόμενες λέσχης, εργαζόμενες αλλού, φοιτητές, άνεργες, εμείς βλέπουμε κοινές καθημερινότητες, με κοινούς ρυθμούς, με τους ίδιους εξευτελιστικούς μισθούς. Οσο δε κοιτάμε τριγύρω μας να βλέπουμε με ποιους είμαστε δίπλα και ποιες μας στηρίζουν, τόσο θα βυθιζόμαστε στην γκρίνια, τα παρακάλια και την παραίτηση. Αν δεν νοιαζόμαστε για τους συναδέλφους μας γιατί φοβόμαστε για την απόλυση μας, πώς άραγε θα νιώσουμε όταν θα έρθει η στιγμή ν’ απολυθούμε;

Εκεί που μας λένε ότι δε χωράμε, να εμφανιζόμαστε περισσότεροι. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να ζήσουμε με καλύτερους όρους.

καμια μόνη / κανένας μόνος
στα μαγειρεία, στις διανομές, στα τραπέζια

ενάντια στο φόβο [μη-σκέτο] b

εσύ πώς θα βάφτιζες την εργασία για να την πληρώσεις λιγότερο;

ή μήπως βαφτίζουν την εργασία μας “πρακτική άσκηση” για να μας πληρώνουν λιγότερο;

Τα τελευταία χρόνια, στην προσπάθεια του κεφαλαίου να επιλύσει σε όφελός του την καπιταλιστική κρίση, ενσωματώνοντας παράλληλα στρεβλά ένα μέρος της κριτικής προηγούμενων κύκλων αγώνων των τελευταίων δεκαετιών, επιχειρείται μια γενικευμένη αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων.

Κομμάτι της αναδιάρθρωσης αυτής είναι και η ολοένα μεγαλύτερη έμφαση που δίνεται στην αποκαλούμενη από τα αφεντικά «πρακτική άσκηση» των φοιτητών/φοιτητριών. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται όταν οι από πάνω μιλούν για τις ζωές μας, και ακόμη περισσότερο για την εργασία μας, δεν είναι ποτέ αθώες. Εν προκειμένω, η επιλογή να ονομάζεται μια νέα εργαζόμενη  «ασκούμενη», η εργασία της «άσκηση» και ο μισθός «επιδότηση» δεν είναι τυχαία. Έχει το βλέμμα στραμμένο στο διαρκές διπλό ζητούμενο για όσους επωφελούνται από την εκμετάλλευση: από τη μια το να πληρώνουν όσο το δυνατόν λιγότερο την εργασία που εκμεταλλεύονται, αυξάνοντας έτσι το περιθώριο κέρδους τους, και από την άλλη το να διαιρούν όσο το δυνατόν περισσότερο τις κοινότητες των εκμεταλλευόμενων, ώστε να ελέγχουν και να διαχειρίζονται αναίμακτα τις τυχόν αντιδράσεις.

Ως αποτέλεσμα αυτής της επιλογής, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει την εργασία, ειδικά των νέων εργαζομένων, να ονομάζεται με κάθε άλλο τρόπο εκτός από εργασία και τις εργαζόμενες με κάθε άλλο τρόπο εκτός από τέτοιες (κοινωφελής εργασία & ωφελούμενοι, πρακτική άσκηση φοιτητριών ή ανέργων & ασκούμενες, μαθητεία & μαθητευόμενοι). Το πού αποβλέπουν τα αφεντικά, μέσα από όλη αυτή την υποτιθέμενη διαφοροποίηση ονομάτων, ξεκαθαρίζει αν κοιτάξει κανείς τις αμοιβές και τα δικαιώματα της κάθε φυλής εργαζομένων. Για να δώσουμε μερικά παραδείγματα, οι “ωφελούμενοι” των κοινωφελών και οι “ασκούμενες” πρακτικής άσκησης δε δικαιούνται άδειες, ενώ ο βασικός μισθός για τους εργαζόμενους έως 25 ετών είναι 480€ (10% χαμηλότερος σε σχέση με τα 530€ των υπολοίπων) με το πρόσχημα ότι μαθητεύουν.

Πιο συγκεκριμένα, οι ασκούμενοι πρακτικής άσκησης δε δικαιούνται ένσημα, ενώ συχνά δουλεύουν εντελώς απλήρωτοι. Αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις που πληρώνονται κάποια χρήματα, αυτά είναι ελάχιστα. Ενδεικτικά, στην τελευταία προκήρυξη αμειβόμενων πρακτικών ασκήσεων μέσω ΕΣΠΑ για το ΑΠΘ, το πραγματικό νόημα της υποκατάστασης της λέξης μισθός από τη λέξη επιδότηση μεταφράζεται σε 250€ μεικτά, το οποίο σημαίνει ότι: όταν κάποιος είναι ήδη ασφαλισμένος θα λαμβάνει 240€ μηνιαίως για 5θήμερο-7ωρο (50% του βασικού μισθού), ενώ αν είναι ανασφάλιστος, μόλις 180€ (37,5% του βασικού μισθού) μηνιαίως, καθώς θα πρέπει να δίνει 70€ ανά μήνα για την ασφαλιστική του κάλυψη, η οποία θα είναι του κατώτατου επιπέδου (ασφάλιση έναντι εργατικού ατυχήματος).

Ανασυνθέτοντας κανείς τα επιμέρους δεδομένα, η συνολική εικόνα γίνεται ευκρινής. Είναι σαφές ότι το να υπάρχουν εργαζόμενοι που δεν έχουν δικαιώματα αδειών και ενσήμων και που για την ίδια δουλειά πληρώνονται το μισό, το ένα τρίτο ή και καθόλου είναι χρυσή ευκαιρία για την ευρωστία κάθε αφεντικού. Τόσο ως μια άμεση πηγή αποδοτικής εκμετάλλευσης, όσο και ως όπλο εκβιασμού και άλλων εργαζομένων του ίδιου αντικειμένου, ώστε να αποδεχτούν την υποτίμησή και της δικής τους εργασίας προκειμένου να μην απολυθούν.

Continue reading