κείμενα

15 posts

όταν ακούς για μαθητεία & λειτούργημα να μιλούν / απλήρωτη εργασία μυρίζει

ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ

  • Απλήρωτες πρακτικές που χρησιμοποιούν σαν άλλοθι την έλλειψη εμπειρίας και προμοτάρονται για την απόκτησή της και κακοπληρωμένες πρακτικές που ο μισθός τους βαφτίζεται επιδότηση για να δικαιολογεί το πόσο χαμηλότερος από το βασικό είναι, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν εκβιαστικά προς την περαιτέρω υποτίμηση άλλων εργαζομένων του ίδιου αντικειμένου.
  • Πρακτικές που ο περιορισμένος τους αριθμός ενισχύει μέσω του ανταγωνισμού την εντατικοποίηση των φοιτητριών/των.
  • Ερευνητικές προπτυχιακές και μεταπτυχιακές εργασίες ή μεταφράσεις, στο πλαίσιο υποχρεωτικών μαθημάτων, που όμως είναι κομμάτια ερευνητικών πρότζεκτ ή/και εμφανίζονται σε βιβλία καθηγητών/τριων, χωρίς αναφορές ονομάτων και χωρίς πληρωμή. Και από πάνω να πληρώνουμε και δίδακτρα.
  • Απλήρωτη έρευνα υπ. διδακτόρων/ισσών ως θυσία στο βωμό της Επιστήμης και απλήρωτη διδασκαλία γιατί η εκπαίδευση είναι λειτούργημα και υπάρχει και το φιλότιμο.
  • Απλήρωτη γραμματειακή δουλειά υπ. διδακτόρων/ισσών που επιβάλλεται ως αυτονόητη υποχρέωση σε ανταπόδοση όσων κάνουν οι επιβλέποντές μας για εμάς.
  • Χαμαλοδουλειές φοιτητριών/των (όπως συμμετοχή στη διοργάνωση workshop και εκδηλώσεων για το κοινό, υποστήριξη συνεδρίων, διόρθωση ασκήσεων) για την απόκτηση συστατικών επιστολών και προϋπηρεσίας που συγκαλύπτονται με το μανδύα του εθελοντισμού.
  • Συμβάσεις έργου που υποκαθιστούν συμβάσεις εργασίας και κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών σε υπηρεσίες του ΑΠΘ με πρακτικές και ανταποδοτικές υποτροφίες, ώστε να μην επιβαρύνονται από εργασιακά δικαιώματα (άδειες, ένσημα, αποζημιώσεις, προϋπηρεσία και μισθολογικές αυξήσεις, ιατρική περίθαλψη).

Συνέχεια ανάγνωσης

ΤΕΥΧΑΚΙ: ε ρε κέφια

Τευχάκι με σταυρόλεξα – χιούμορ – παιχνίδια – επισφάλεια
που κυκλοφορούσε στο Διημέρο Συνάντησης.

pdf: ε ρε ΚΕΦΙΑ

στο λαβύρινθο της πόλης / την άκρη θα τη βρούμε μαζί

Σπάνια είμαστε αυτοί που ορίζουμε πού ή πώς θα μένουμε και θα κινούμαστε στις πόλεις. Η δομή των σύγχρονων πόλεων αποτελεί μορφή και περιεχόμενο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Με τον όρο κοινωνικός ανταγωνισμός εννοούμε τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην κατακτητική κίνηση του κεφαλαίου προς την περίφραξη και εμπορευματοποίηση των πάντων και τις αρνήσεις και καταφάσεις όσων φωναχτά ή σιωπηλά, συλλογικά ή μοριακά τη θέτουμε υπό αμφισβήτηση προσπαθώντας να ζήσουμε αλλιώς. Η χωροταξία των πόλεων, ουσιαστικά, καθορίζει και οργανώνει μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς μας με σκοπό την ομαλή ανταλλαγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δηλαδή προϊόντων, υπηρεσιών, εργασιακής δύναμης, χρήματος.

Αν ανοίξουμε τον αστικό χάρτη της Θεσσαλονίκης, θα δούμε τόπους εργασίας και κτίρια υπηρεσιών στο κέντρο, εργοστάσια στη Σίνδο, εργατικές συνοικίες και υποβαθμισμένες γειτονιές στα δυτικά, εύπορες περιοχές με υψηλά εισοδήματα και μονοκατοικίες μακριά από το κέντρο, χώρους διασκέδασης σε μέρη που αναπλάθει το κεφάλαιο, πχ. Βαλαωρίτου, όπως επίσης χώρους που εγκαταλείπονται ή ερημώνονται από το κεφάλαιο.

Η συγκεκριμένη δομή είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού ανταγωνισμού όπως αποτυπώνεται στην πόλη. Παρατηρούμε ότι συγκροτείται από διαχωρισμένες σφαίρες για τα διαφορετικά κομμάτια της κοινωνικής μας ζωής, οι οποίες ακόμα κι αν δεν είναι ξεκάθαρα διαχωρισμένες χωρικά, είναι σαφές ότι δεν ορίζονται και δεν λειτουργούν με βάση τις δικές μας επιθυμίες ή ανάγκες. Η συνθήκη αυτή μεταφράζεται στη καθημερινότητα μας σε ένα συνεχές μοίρασμα χρόνου ανάμεσα στους χώρους που μένουμε, δουλεύουμε, σπουδάζουμε και καταναλώνουμε. Καθώς η αναδιάρθρωση προχωρά, μας τίθεται μία μόνο επιλογή: όλο και περισσότερη μετακίνηση και επιτάχυνση.

Όταν η επιτάχυνση γίνεται επιταγή, η μετακίνηση καθίσταται κεντρικής σημασίας για μία πόλη. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι πόλεις είναι λειτουργικές για το κεφάλαιο μόνο όταν υπάρχουν οργανωμένες μαζικές μεταφορές, που μεταφέρουν γρήγορα ανθρώπους και εμπορεύματα στη δουλειά ή στους χώρους κατανάλωσης. Δεν χρησιμοποιούμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς γιατί έτσι μας αρέσει, αλλά γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μετακινούμαστε στην πόλη, όπως είναι οργανωμένη.

Στο τέλος κάθε ημέρας, ο χρόνος που περνάμε στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι πολύς και είναι σίγουρα χαμένος χρόνος από τη ζωή μας. Στις σημερινές συνθήκες, όπου η διαρκής μείωση των μισθών σημαίνει ολοένα και περισσότερο χρόνο εργασίας, έχουμε ολοένα και λιγότερο χρόνο για μας. Γι’ αυτό, το κόστος μεταφοράς μας δε θα έπρεπε να βαραίνει εμάς αλλά όσους συμφέρει να μετακινούμαστε γρήγορα από το ένα μέρος στο άλλο, δηλαδή το αφεντικό στη δουλειά μας και γενικότερα τις επιχειρήσεις, τους δήμους και το κράτος.

Συνέχεια ανάγνωσης